ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

Α.Σ.Κ.Ε.


Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος Γιώργος Μυλωνάς ζήτησε διεύρυνση του καθεστώτος μαθητείας άνευ αμοιβής σε επιχειρήσεις, δηλ. πρότεινε να περιλάβει και τους πτυχιούχους των ΤΕΙ, που θα προσλαμβάνονται σε επιχειρήσεις χωρίς να πληρώνονται, αλλά θα είναι ασφαλισμένοι. Τόσο θράσος ... Πάλι καλά που δε ζήτησε την καταναγκαστική εργασία, την ελεύθερη χρήση του βούρδουλα και την επαναφορά της δουλείας!
Είπε ότι ο Γιωργάκης σημείωσε την πρόταση αυτή και εκτίμησε: «Κατά τη γνώμη μου το είδε θετικά», χωρίς κανείς να τον διαψεύσει.


Για άλλη μια φορά οι γνωστοί κύκλοι των «αγνώστων» κουκουλοφόρων ξαναχτύπησαν σε χρονικό σημείο καίριο, ρίχνοντας νερό στο μύλο της κυβέρνησης, όπως έκαναν τόσες φορές στο παρελθόν με όλες τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις. Αυτοί συνιστούν το σύγχρονο ελληνικό παρακράτος. Υποτίθεται πως πολεμούν εναντίον κάθε εξουσίας, του κατεστημένου και της άρχουσας τάξης, αλλά το μόνο που κάνουν είναι να καταστρέφουν περιουσίες των δημοσίων πανεπιστημίων και των μικροκαταστηματαρχών και αυτοκίνητα σε λαϊκές συνοικίες, όπως τα Πατήσια, τα Χαυτεία, τα Εξάρχεια! Το Κολωνάκι, η Εκάλη και το Παλαιό Ψυχικό τους πέφτουν φαίνεται μακριά. Όπως και όλα τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια! Γι’ αυτό απολαμβάνουν προκλητικής ανοχής, αν όχι προστασίας, από την αστυνομία (η οποία αντ’ αυτών συλλαμβάνει άλλους) και προκλητικής προβολής από τα ΜΜΕ. Συλλαλητήρια χιλιάδων ή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων και τα δίκαια αιτήματά τους περνούν «απαρατήρητα» από τους γκεμπελίσκους των ΜΜΕ, ενώ τα «κατορθώματα» των ολίγων κουκουλοφόρων προβάλλονται έως και 10 φορές στο ίδιο δελτίο ειδήσεων, για να αγανακτήσει ο τηλεθεατής και να συμφωνήσει με τις «μεταρρυθμίσεις». Χωρίς τη βοήθειά τους η Γιαννάκου δε θα μπορούσε να αναστρέψει το κλίμα του καλοκαιριού και να περάσει τις «μεταρρυθμίσεις» της.
Το παρακράτος δεν έπαψε να υπάρχει μετά τη μεταπολίτευση. Απλώς άλλαξε πρόσωπο. Προδικτατορικά ήταν η αστυνομία, η ασφάλεια, ο στρατός. Από τότε που το πολίτευμά μας απέκτησε φιλελεύθερο προσωπείο, και εν μέρει όντως φιλελευθεροποιήθηκε, άλλος έπρεπε να αναλάβει τον εκφοβισμό του κόσμου, ώστε να απέχει από κοινωνικές και εθνικές διεκδικήσεις, διατηρώντας έτσι το σύγχρονο καθεστώς της εθνικής μας εξάρτησης και της συνεπαγόμενης κοινωνικής ανισότητας. Είναι όλες αυτές οι ομάδες που εκφοβίζουν, ληστεύουν, ξυλοκοπούν. Και έχουν το θράσος να προσπαθούν να περιβάλλουν με ιδεολογικό μανδύα τη δράση τους, ώστε να δυσφημούν προοδευτικές ιδέες και τους φορείς τους. Γιατί άραγε ποτέ τους δεν έκαναν μια δική τους διαδήλωση και πάντα τρέχουν πίσω από τις πορείες αυτών που κατηγορούν;
Αλλά, επειδή το παιχνίδι τους παίζεται πολύ χοντρά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς από πού κινούνται. Η ιδεολογία τους ταυτίζεται πλήρως με τις θεωρίες των φανατικότερων κύκλων της αμερικανοευρωπαϊκής παγκοσμιοποίησης. Καίνε την ελληνική σημαία και το μνημείο του ’γνωστου Στρατιώτη, διαλαλούν ότι «ο Σολωμού ήταν ένα φασιστάκι, που καλά κάνανε οι Τούρκοι και τον σκοτώσανε», αποθεώνουν τον ατομικισμό. Για τα εγκλήματα του Μπους, του Μπλερ, του Ισραήλ και της τουρκικής χούντας δε βρήκαν κουβέντα να πουν…
Όταν ο κ. Χάνεϊ και η παρέα του είδαν τα σχέδιά τους να συντρίβονται στο δημοψήφισμα της 24/4/2004, βρέθηκαν στην ανάγκη να χαράξουν άλλη στρατηγική, που συνοπτικά συνίσταται στα εξής: α) Αντικατάσταση του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου από άλλον, ελεγχόμενο από αυτούς. β) Επαναφορά του σχεδίου Ανάν με πιο συμπυκνωμένη μορφή και με άλλο όνομα. γ) Έγκριση του σχεδίου από τη Βουλή και όχι με δημοψήφισμα. [Οι περαιτέρω στόχοι τους στο ΑΣΚΕ-3].
Η εκλογή προέδρου από το ΔΗΣΥ είναι αδύνατη, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις τους. Γι’ αυτό επέλεξαν τη λύση Χριστόφια, που τάχθηκε εξ αρχής υπέρ του σχεδίου Ανάν, αλλά αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί, λόγω της αντίθεσης της μεγάλης πλειοψηφίας των ψηφοφόρων του ΑΚΕΛ. Υπολογίζουν βάσιμα ότι, λόγω κομματικού πατριωτισμού, ο Χριστόφιας θα ψηφιστεί από το σύνολο σχεδόν των ΑΚΕΛικών.
Ανοικτή υποστήριξη των Αγγλοαμερικανών προς το Χριστόφια από τον 1ο γύρο θα αποτελούσε πρόκληση, με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Γι’ αυτό προτίμησαν να υπάρξουν 3 υποψηφιότητες στον 1ο γύρο (Παπαδόπουλος, Κασουλίδης, Χριστόφιας). Το σχέδιο σκόνταφτε στο γεγονός ότι ο Χριστόφιας έβγαινε 3ος και έμενε εκτός 2ου γύρου, οπότε η επανεκλογή του Τάσσου θα ήταν βέβαιη. Έτσι τις τελευταίες μέρες είδαμε ξεφωνημένους ανανικούς να υποστηρίζουν Χριστόφια από τον 1ο γύρο. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ψηφοφόροι του ΔΗΣΥ (όσοι χρειάζονται) οδηγήθηκαν να ψηφίσουν Χριστόφια από τον 1ο γύρο, ώστε ο δικός τους υποψήφιος να βγει 3ος! Έτσι φαίνεται ότι οδεύουμε στον κρίσιμο 2ο γύρο με μονομάχους Τάσσο και Χριστόφια, με το δεύτερο να έχει την υποστήριξη όλων των ανανικών (και του εν Ελλάδι εσμού Ντόρας, Γιωργάκη κλπ.) και όλου του ισχυρού κομματικού του μηχανισμού, ενώ ο Τάσσος δε διαθέτει κανέναν ισχυρό μηχανισμό, αφού δε θέλησε να οργανώσει και να αξιοποιήσει το συντριπτικό 76%. Έτσι για πρώτη φορά οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μικρή υπεροχή του Χριστόφια στο 2ο γύρο. Ας ελπίσουμε ότι ο κυπριακός ελληνισμός θα ξανακάνει το θαύμα του!
Ευχές του ΑΣΚΕ προς Τάσσο (δες δίπλα)

Με τα παραπάνω δεδομένα το ΑΣΚΕ θεωρεί ότι η αντικατάσταση του Τάσσου από το Χριστόφια ανοίγει το δρόμο για ραγδαίες καταστροφικές εξελίξεις πρώτα στο Κυπριακό και στη συνέχεια σε Αιγαίο, Θράκη, Μακεδονία. Γι’ αυτό οι όποιες ταξικές, ιδεολογικές και πολιτικές μας διαφορές (π.χ. ευρωπαϊσμός, μη αξιοποίηση 76%, Ν. Υόρκη κλπ.) περνούν σε δεύτερη μοίρα.


Η υποστήριξη της Βρετανίας προς τον Αττίλα

Εν τω μεταξύ οι ’γγλοι (χειρότεροι εχθροί της Κύπρου και από τους Τούρκους) κάνουν ότι μπορούν, για να αναβαθμίζουν με μικρές κινήσεις το ψευδοκράτος και, μάλιστα, κάποιες πριν από τις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου στην Κύπρο, ώστε να εμφανίζουν αποτυχημένη την πολιτική του Τάσσου. Με τη «Συμφωνία Στρατηγικού Συνεταιρισμού», που υπέγραψαν στο Λονδίνο οι πρωθυπουργοί Βρετανίας-Τουρκίας, «θα συνεχιστεί η προσφορά βοήθειας στις αρχές της Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου και στα πανεπιστήμιά της, στην προσπάθειά τους να εμπλακούν στη διαδικασία της Μπολόνια».
Στα κατεχόμενα λειτουργούν 6 «πανεπιστήμια», με 37.649 σπουδαστές το 2005-2006, από τους οποίους 26.077 Τούρκοι, 2713 από τρίτες (κυρίως μουσουλμανικές) χώρες και οι υπόλοιποι Τουρκοκύπριοι και έποικοι. Στόχος των ’γγλων είναι να αναγνωρισθούν διεθνώς τα πτυχία των ιδρυμάτων αυτών, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο, επειδή (εκτός των πολιτικών) ανακύπτουν και νομικά προβλήματα, αφού όλα αυτά τα ιδρύματα είναι χτισμένα σε γη Ελληνοκυπρίων ή της Κυπριακής Δημοκρατίας και κυρίως επειδή υπάγονται σε «υπουργείο» ενός «κράτους» που δεν αναγνωρίζεται διεθνώς.
Τελικά, ο Κ. Καραμανλής, μπροστά στα αδιέξοδα της πολιτικής του και υπό την πίεση ξένων κέντρων και των εντοπίων μεσαζόντων τους, αναγκάστηκε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές, δηλ. να παραδώσει τη διακυβέρνηση της χώρας 2 χρόνια πριν από τη λήξη της θητείας του.

Η ζημιά στην οικονομία ως δικαιολογία

Επικαλέστηκε τη ζημιά στην οικονομία από μια ενδεχόμενη παρατεταμένη προεκλογική περίοδο 6 μηνών και ζήτησε να τον ξαναψηφίσει ο λαός, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση με την «ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων». Ονομάζει «μεταρρυθμίσεις» την ανάλγητη οικονομική και κοινωνική πολιτική που υπαγορεύεται από τις Βρυξέλες, που αφαιρεί εισόδημα (άρα και αγοραστική δύναμη) από το λαό και γιγαντώνει τα κέρδη των μεγαλοεπιχειρηματιών. Αλλά αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» και η γενικότερη πρόσδεση στο άρμα της Ε.Ε. και (μέσω αυτής) στις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης είναι που προκάλεσαν τη ζημιά στην οικονομία και η ολοκλήρωσή τους θα οδηγήσει στην επιδείνωση της κρίσης και όχι στην υπέρβασή της. Η ζημιά από την ενδεχόμενη παρατεταμένη προεκλογική περίοδο δε θα ήταν στην οικονομία, αλλά στους τραπεζίτες και λοιπούς μεγαλοεπιχειρηματίες (τους οποίους η κατεστημένη ορολογία αποκαλεί «οικονομία»), που απαιτούν την «ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων», κάτι που δεν μπορεί να κάνει σε προεκλογική περίοδο καμιά κυβέρνηση, γιατί θα καταποντιστεί (βλ. ειδικό άρθρο).

Ανικανότητα και αναποφασιστικότητα

Αλλά κι αν τα πράγματα ήσαν ακριβώς όπως τα παρουσίασε ο Κ. Καραμανλής, δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει πειστικά γιατί δεν έκανε διπλές εκλογές τον Ιούνιο, οπότε και τη χώρα (και την οικονομία) δε θα ταλαιπωρούσε με συνεχείς εκλογές και ο ίδιος και το κόμμα του θα έχαναν αξιοπρεπώς με μικρή διαφορά (μικρότερη, ασφαλώς, του 3,5% των ευρωεκλογών) και θα μπορούσαν να επανέλθουν σύντομα στην εξουσία. Ό,τι επικαλέστηκε τώρα ίσχυε και τον Ιούνιο και επιπλέον δεν ήταν δύσκολο να προβλέψει ούτε τις φωτιές του καλοκαιριού, ούτε την ενίσχυση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, ούτε την επαύξηση των φαινομένων αποσύνθεσης στο κόμμα του. Αν όμως εξηγούσε, θα έπρεπε να ομολογήσει ότι για άλλη μια φορά απεδείχθη ανίκανος να πάρει μια δύσκολη απόφαση, ότι για άλλη μια φορά επέδειξε αναβλητικότητα και διόγκωσε το πρόβλημα.
Τώρα φαίνεται ότι θα χάσει με ακόμη μεγαλύτερη διαφορά, που ίσως σημάνει και το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Κάποιοι, μάλιστα, διερωτώνται μήπως πράγματι αυτή είναι η βαθύτερη επιθυμία του (ισχυρίζονται ότι και στην αρχηγία της Ν.Δ.-υποψήφιος πρωθυπουργός βρέθηκε χωρίς να το πολυσυνειδητοποιήσει).

Οι πιέσεις των ξένων

Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα φύλλα της «Ε», ο Κ. Καραμανλής εκπροσωπεί τα συμφέροντα μιας όχι μεγάλης μερίδας του ξένου παράγοντα και των εντοπίων μεσαζόντων της, γι’ αυτό δεν παρεκκλίνει καθόλου από τις κατευθύνσεις της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που οδήγησαν τον ελληνικό λαό σε δυσπραγία έως απόγνωση και αφαίρεσαν από την κυβέρνησή του και τον ίδιο το κρίσιμο ποσοστό της λαϊκής υποστήριξης.
Στην εξωτερική πολιτική και τα εθνικά θέματα κινήθηκε στα πλαίσια του «ανήκομεν εις την Δύσιν», αλλά ανέθεσε το χειρισμό τους σε έμπειρους και σοβαρούς πολιτικούς, όπως ο Π. Μολυβιάτης και ο Κ. Παπούλιας, τον οποίο μάλιστα προώθησε στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με θετικά αποτελέσματα την απελευθέρωση του κυπριακού ελληνισμού κατά το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν, τη συμφωνία Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης και γενικότερα τα ανοίγματα προς τη Ρωσία και το βέτο στο Βουκουρέστι για τα Σκόπια.
Αυτές τις παρεκκλίσεις ποτέ δεν του συγχώρεσαν οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι ουραγοί τους (που, άλλωστε, τον αποδέχτηκαν ως αναγκαίο κακό το 2004), γι’ αυτό ο Κ. Καραμανλής είχε ανελέητο πόλεμο από τα ΜΜΕ των μεσαζόντων τους και σφοδρή εσωκομματική αντιπολίτευση. Στο βαθμό, μάλιστα, που έχανε λαϊκή υποστήριξη έδινε σαφή δείγματα υποχώρησης και στα εθνικά θέματα, όπως στη σύνοδο του ΟΑΣΕ στην Κέρκυρα και στον υπερτονισμό της χρησιμότητας των αγωγών αμερικανικών συμφερόντων.
Το ζήτημα της διαφθοράς, εγγενές στοιχείο του συστήματος εξάρτησης της πατρίδας μας, επηρέασε κι αυτό σημαντικά τις πολιτικές εξελίξεις. Ο Καραμανλής (αναποφάσιστος πάντα) ανέχθηκε την ακραία και προκλητική συμπεριφορά κορυφαίων συνεργατών του και πήρε μέτρα μόνον όταν είχαν ήδη οργιάσει τα ΜΜΕ και του είχαν προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημιά (ενώ για αντίστοιχα σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ σιωπούσαν και σιωπούν). Το κακό για τη Ν.Δ. ολοκληρώνεται με την κραυγαλέα ανικανότητά της να πατάξει την εγκληματικότητα και να επιτρέψει στους Έλληνες πολίτες να ζουν με ασφάλεια, ιδίως σε περιοχές με υπέρμετρη παρουσία ξένων.

Μετά τις εκλογές τι;

Με όλ’ αυτά και με ανύπαρκτη την αντιπολίτευση, ο Κ. Καραμανλής φαίνεται ότι θα κατορθώσει το ακατόρθωτο, όπως έγραψε εύστοχα ο Γ. Τριάντης: να τρέξει μόνος του και να βγει δεύτερος! Τρία είναι τα μετεκλογικά σενάρια που συζητούνται.
Το πρώτο είναι η αυτοδύναμη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει ήδη ανακοινώσει ότι και σ’ αυτή την περίπτωση θα χρησιμοποιήσει συνεταίρους από το ΣΥΝ και τους Πράσινους, καθώς και τεχνοκράτες, τους τελευταίους προφανώς σε ρόλους που θα προκαλέσουν τη λαϊκή αγανάκτηση. Η κυβέρνηση αυτή θα συνεχίσει την οικονομική και κοινωνική πολιτική που υπαγορεύουν οι Βρυξέλες και στα εθνικά θέματα θα είναι πειθήνιο όργανο των Αμερικανών. Η κυβέρνηση αυτή θα φθαρεί ταχύτερα και από τις κυβερνήσεις Καραμανλή, γι’ αυτό ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ (δηλ. όσοι αποφασίζουν αντ’ αυτού) φρόντισε να μειώσει στο ελάχιστο τη συμμετοχή σημιτικών και λοιπών υπόπτων στη νέα κοινοβουλευτική ομάδα, ώστε να μη χάσει τον έλεγχο του κόμματος. Όσο για τα στελέχη που διέθεταν κάτι θετικό (κάποια προσωπική εντιμότητα, κάποιο πατριωτισμό ή κάποια κοινωνική ευαισθησία) έχουν εκκαθαριστεί πλήρως προ καιρού απ’ όλα τα ηγετικά κλιμάκια του ΠΑΣΟΚ την εποχή που Σημίτης, Γιωργάκης και λοιποί εκσυγχρονιστές ανέλαβαν τον έλεγχο του κόμματος.
Το δεύτερο σενάριο προβλέπει μη αυτοδυναμία ΠΑΣΟΚ και μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα στηρίζεται σε ψήφους συνεταίρων. Αυτό το σενάριο φαίνεται ότι απομακρύνεται, γι’ αυτό οι Πράσινοι δεν έχουν την προκλητική προώθηση από τα ΜΜΕ που είχαν στις ευρωεκλογές και μάλλον μένουν εκτός Βουλής, στο δε ΣΥΡΙΖΑ δεν «επιβάλλεται η τάξις». Σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας αυτή τη στιγμή προβάλλει σαν πιθανότερη εξέλιξη η νέα προσφυγή στις κάλπες.
Το τρίτο σενάριο είναι του μεγάλου συνασπισμού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, κατά τα πρότυπα της Γερμανίας, με περιθωριοποιημένο τον Καραμανλή και ίσως και το Γιωργάκη, σενάριο που συναντά μεγάλες αντιδράσεις στο εσωτερικό των δύο κομμάτων, αλλά αποτελεί τη μεγάλη επιθυμία των ξένων, των μεγαλοεπιχειρηματιών και των καναλαρχών, αφού εξασφαλίζει ευρύτατη κοινοβουλευτική συναίνεση για τις «μεταρρυθμίσεις» τους και ανοίγει το δρόμο για αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού σε μια βάση ελεγχόμενη ακόμη περισσότερο απ’ αυτούς. Τέτοια μεγάλα ανοίγματα, όμως, εμπεριέχουν το ρίσκο να χάσουν τον έλεγχο του παιχνιδιού.
Σε κάθε περίπτωση το μέλλον της χώρας προβλέπεται ζοφερό. Απαιτείται επαγρύπνηση, για να αποφευχθούν τα χειρότερα και ν’ ανοίξει κάποια στιγμή ο δρόμος για μια καλύτερη πορεία.
Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. δεν κρύβουν την πλήρη ευθυγράμμιση τους με την πολιτική της Ε.Ε. Υπερψηφίζουν ό,τι έρχεται από τις Βρυξέλες. Ο ΣΥΝ άλλοτε υπερψηφίζει, άλλοτε καταψηφίζει και μας παροτρύνει να αγωνιστούμε για να κάνουμε την Ε.Ε. «κοινωνική» και «προοδευτική», δηλ. να αγωνιστούμε για έναν ανέφικτο στόχο. Τελικά η Ε.Ε. θα διαλυθεί και ο ΣΥΝ ακόμη θα προσπαθεί να τη βελτιώσει!
Το ΚΚΕ έχει πάντα μια αρνητική στάση προς την Ε.Ε., αλλά συγκεκριμένη και σταθερή θέση δεν έχει. Την εποχή Γκορμπατσόφ η θέση του ήταν ίδια με τη σημερινή του ΣΥΝ. Σε συνδιάσκεψη το 1993 αποφάσισε την «αποδέσμευση» από την Ε.Ε., θέση όμως που δεν προέβαλλε και αντ' αυτής προέβαλλε συνθήματα, όπως «όχι στο Μάαστριχτ», «ανυπακοή και απειθαρχία» κλπ. Στις περσινές ευρωεκλογές η Α. Παπαρήγα αναφέρθηκε μερικές φορές στην «αποδέσμευση». Σήμερα η «αποδέσμευση» πάλι ξεχάστηκε και το νέο σύνθημα είναι «ανατροπή της Ε.Ε.». Δε μας εξηγείτε λίγο, σύντροφοι, τι σημαίνει αυτό το «ανατροπή», γιατί εμείς δεν το καταλαβαίνουμε!
Εάν κάποιος έπαιρνε στα σοβαρά τις εικόνες και τις κραυγές των ιδιωτικών καναλιών και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 8ης και 9ης του Μάρτη θα νόμιζε ότι άρχισε εμφύλιος πόλεμος, και μάλιστα άγριος, στη χώρα μας. Αυτή θα είναι και η εντύπωση όπου στον έξω κόσμο πέρασαν οι εικόνες αυτές. Δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν τις ιδιοτυπίες μας.

Οι στόχοι της Ν.Δ. και το πρόβλημα Ντόρα

Ας προσπαθήσουμε να δούμε τι, πράγματι, γίνεται. Η Ν.Δ. γνώριζε, φυσικά, ότι οι αντιδράσεις θα ήσαν μεγάλες για τις μεταρρυθμίσεις της στην πολύπαθη εκπαίδευση. Φρόντισε, όμως, να τις καταστήσει οξύτερες με το να συνδυάσει την ψήφιση του αναθεωρητέου άρθρου 16, που απαγορεύει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, με την υπερψήφιση του νόμου-πλαισίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, άγνωστο σε τι στοχεύοντας αυτός ο συνδυασμός, αν υποτεθεί, πράγμα καθόλου αυτονόητο, ότι έχει σχεδιασμένους στόχους. Θα ήθελε, πιθανόν, να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της σιωπηλής πλειονότητας, που αποκρούει τις οξύτητες, ώστε να κερδίσει άνετα τις εκλογές σαν δύναμη της... ηρεμίας, όμως δε μπορεί να τις προκηρύξει μέσα στο Πάσχα και, αν περάσει λίγος καιρός, οι πολλοί θα σκεφτούν ψυχραιμότερα και οι προβοκάτσιες θα γίνουν μπούμεραγκ.
Θα ήθελε, ίσως, να μη συζητηθεί η σοβαρή αντίθεση Ντόρας, που προκλητικά επιχειρεί να περάσει την αμερικανική άποψη αντίθετα στην προσπάθεια της κυβέρνησης για ενίσχυση των σχέσεων με τη Ρωσία του Πούτιν, ιδιαίτερα για τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, προλειαίνοντας το έδαφος στον ανεκδιήγητο Μπράιζα. Και μάλιστα τώρα που οι ΗΠΑ αναγκάζονται να αναδιπλωθούν στη Μέση Ανατολή και να δέχονται ως συνομιλητές τη Συρία και το Ιράν και ταυτόχρονα να επιχειρεί ο Μπους περιοδεία στη Λατινική Αμερική, αναγνωρίζοντας έτσι ότι κινδυνεύουν οι ΗΠΑ να την χάσουν ολόκληρη. (Πώς άραγε θα αντιδράσει η κόρη του Μητσοτάκη στην κίνηση Καραμανλή να μην την αφήσει να μιλήσει για τα παιχνίδια της με τον Γκιουλ, που φαίνονται να ματαιώνονται, και για τον προσβλητικό παραμερισμό της στις αλληλοενημερώσεις Καραμανλή-Τάσσου για τα πετρέλαια, τη συμμαχία με τη Γαλλία και το γκρέμισμα του φράγματος της οδού Λήδρας;). Δεν μπορούσαν όμως να είχαν προβλέψει ότι η Ντόρα θα επιχειρούσε τώρα να διαλύσει το κόμμα, για να γίνει αρχηγός, έστω και με τη βοήθεια.... του Σημίτη! Εκείνο που δεν μπορεί να κατανοηθεί και επομένως, να ερμηνευθεί το ότι, ενώ προεβλέποντο ακόμη και ακραίες αντιδράσεις των φοιτητών για το νόμο-πλάισιο και το άρθρο 16, θεώρησαν κατάλληλη την ώρα να εξαγγείλουν εντελώς αψυχολόγητα την υποχρέωση στράτευσης στα 18 και την εθελοντική των γυναικών, λες και το θέμα δεν ήταν σοβαρό και δεν ενδιαφέρονταν για την άρνηση που λογικά, αν και εντελώς άδικα, θα ακολουθουσε. Είναι, πράγματι, δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τη «λογική» της Ν.Δ.!
Τα αυτογκόλ του ΠΑΣΟΚ

Και το ΠΑΣΟΚ; Μετά την πανωλεθρία του Γιωργάκη στο ζήτημα της αναθεώρησης του Συντάγματος και ειδικότερα στο άρθρο 16, καθώς και την επίθεση Πάγκαλου με θύμα... τον Κουλούρη, φάνηκε να παίρνουν μια ανάσα με τη δημοσιοποίηση του «προγράμματός» τους. Και ξαφνικά πάλι τα έκαναν θάλασσα. Κατηγορούν με οξύτητα τη Ν.Δ. (και καταθέτουν πρόταση μομφής!) για τις μεταρρυθμίσεις της, στις οποίες όμως συμφωνούν εξ ολοκλήρου! Διαμαρτύρονται για τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και ζητούν την παραίτηση Πολύδωρα και ταυτόχρονα στέλνουν αντιπροσωπία στις 9 του Μάρτη, μετά τα γεγονότα, στο χώρο του «Αγνώστου Στρατιώτη» να καταθέσουν τριαντάφυλλα, καλώντας όλους(!) τους Έλληνες να κάνουν το ίδιο, δικαιολογώντας, έτσι, την κυβέρνηση για τη στάση της απέναντι στους «ταραξίες». Τι να πει κανείς; Πώς να μην κινείται ο Μπόμπολας για τη Διαμαντοπούλου και ο Λαμπράκης για το Βενιζέλο; Και πώς να ενσωματωθεί ο Λαλιώτης, που ονειρεύεται κάλεσμα Μεσσία; Και αυτά, πέρα από τις όποιες αμφισβητήσεις για τη σοβαρότητα του πολυδιαφημισμένου “προγράμματος” μετά και τις ενστάσεις των Βενιζέλου και Πάγκαλου.

Οι δυσκολίες των «μικρών»

Τα άλλα «γνωστά» κόμματα τηρούν αναμενόμενη συμπεριφορά. Το ΚΚΕ, ψύχραιμο στις αντιδράσεις του με «σοβαρές» τοποθετήσεις αναμένει να επωφεληθεί εκλογικά, μέσα στα όρια που το ίδιο επέλεξε να μην υπερβεί. Ο ΣΥΝ, σπαραζόμενος από τις εσωτερικές αντιθέσεις του και θεωρώντας ότι οι «δεξιές» παράμετροί του ενδέχεται, κατά ένα μέρος, τουλάχιστον, να ζητήσουν στέγη στο Γεωργακικό ΠΑΣΟΚ, επέλεξε να συμπλεύσει, με τους, έστω άκομψα και επιπόλαια, όχι άδικα όμως, φωνασκούντες φοιτητές, μήπως και με το «ΣΥΡΙΖΑ» εξασφαλίσουν το επισφαλές 3%. Και ο ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη, φοβούμενος ότι η τωρινή οξύτητα υπονομεύει το στόχο της εκλογικής επιτυχίας, έχει τώρα να αντιμετωπίσει και τον κίνδυνο του Παπαθεμελή, έστω και θεωρητικά, μια που η εκλογική αυτοδύναμη κάθοδος δεν είναι καθόλου βέβαιη. Ίσως τελικά ένας από τους πιθανούς στόχους της τελευταίας κοπής οξύτητας να είναι η εκλογική αποδυνάμωση του ΣΥΝ και κυρίως, του ΛΑΟΣ, ώστε να αποφευχθεί η πεντακομματική βουλή, που με το νέο εκλογικό νόμο καθιστά αβέβαιη την κυβερνητική μονοκομματική αυτοδυναμία.

Τι μέλλει γενέσθαι;

Τα τελευταία γεγονότα χρωμάτισαν και χαρακτήρισαν τις πολιτικές των κομμάτων της Βουλής. Το τι θα επακολουθήσει δεν είναι ευδιάκριτο. Όλα πλέον τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά. Η Ν.Δ. μπορεί να θεωρεί ότι πέτυχε και πέρασε τη «μεταρρυθμισή» της και ότι ανοίγει ο δρόμος και για άλλες παρόμοιες. Η πανεπιστημιακή κοινότητα απειλεί με συνέχιση των κινητοποίησεων, παρά το ότι η εμφάνιση των εκπροσώπων της στα ΜΜΕ περισσότερο υπονομεύει παρά προωθεί τους, έστω και ασαφείς, στόχους τους. Σίγουρα πάντως θα επιδιωχθεί πόλωση και οξύτητα. Τα αποτελέσματα όμως πιθανόν να είναι αρνητικά για τους στόχους όλων. ’ρχισε πλέον ο κόσμος να κουράζεται, τουλάχιστό, από το κακοπαιγμένο θέατρο και από τους μάλλον ατάλαντους πρωταγωνιστές.
Οι πιέσεις των ΗΠΑ προς τη χώρα μας, για την είσοδο των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ την άνοιξη του 2008, είχαν αρχίσει πολύ πριν από τις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου. Για το λόγο αυτό ζήτησαν την επίσπευση των εκλογών. Οι οργανωμένοι εμπρησμοί κατά την προεκλογική περίοδο, που είχαν πολλαπλούς στόχους, που κατέκαψαν τα δάση μας, έδειξαν το μέγεθος των πιέσεων. Τελικά φαίνεται ότι δεν πέτυχαν πλήρως το στόχο τους σ’ ότι αφορά στη συναίνεση της Ελλάδας στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ή έστω ως FYROM. Οι ΗΠΑ πάντως, μέσω του «μεσολαβητή» Μάθιου Νίμιτς, κάλεσαν επίσημα την Ελλάδα και τα Σκόπια στις 23 Οκτωβρίου ν’ αρχίσουν διαπραγματεύσεις, αφού εξασφάλισαν την ομοφωνία των κοινοβουλευτικών κομμάτων στη σύνθετη ονομασία, πλην του «πατριώτη» και εκ της μητσοτακικής «οικογένειας» ορμώμενου Γ. Καρατζαφέρη, το κόμμα του οποίου λειτουργεί ως άλλοθι για τους υπόλοιπους. Επιτρέπει π.χ. στο ΣΥΝ και στον κ. Αλαβάνο να δηλώνει κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στα Σκόπια (γιατί άραγε;): «Πιστεύουμε ότι κανείς από τους δυο γείτονες δεν πρέπει να εγκλωβιστεί σε καταστάσεις ακροτήτων και εθνικισμού, όσο δύσκολο και αν είναι το πρόβλημα. Αντίθετα μπορούμε να συναντηθούμε στη μέση της γέφυρας. Και γι αυτό νομίζω ότι ο πολιτικός διάλογος στις σημερινές δύσκολες πολιτικά συνθήκες (σ.σ. γιατί;) είναι πάντα χρήσιμος». Σε ερώτηση δημοσιογράφου για την αδιαλλαξία των Σκοπίων, ο Αλαβάνος απάντησε: «Τουλάχιστον τις τελευταίες μέρες τα μηνύματα αδιαλλαξίας τα οποία στέλνονται είναι πολύ ισχυρότερα από την Ελλάδα παρά από τους γείτονες μας». Σωστά !!

Οι «διαλλακτικοί» γείτονες

Οι «διαλλακτικοί» γείτονες, δια στόματος του πρωθυπουργού τους δηλώνουν ότι «... το αντίτιμο να αλλάξουμε το συνταγματικό μας όνομα, κατόπιν επιθυμίας της Ελλάδας, για να επιτύχουμε την εκπλήρωση της μέγιστης αυτής προτεραιότητας (σ.σ. δηλ. την ένταξη στο ΝΑΤΟ), είναι πολύ μεγάλο. Για μας, το ενδεχόμενο αυτό απορρίπτεται κατηγορηματικά, ακόμη κι αν μας κοστίσει την ένταξή μας στο ΝΑΤΟ». Και συνεχίζει: «Η Δημοκρατία της Μακεδονίας διαθέτει τεράστια υποστήριξη απ΄ όλες σχεδόν τις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ και κυρίως από τις ΗΠΑ» (δήλωση στις 5-11-2007). Και ο άλλος «διαλλακτικός», υφυπουργός τους Εξωτερικών, σε εφημερίδα της χώρας του δήλωσε: «Του χρόνου θα προσχωρήσουμε στο ΝΑΤΟ, ενώ είναι ρεαλιστικές οι πιθανότητες να προσδιοριστεί ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε. Επομένως, εάν κάποιος θέλει και περαιτέρω να ‘‘πιπιλίζει το δάκτυλό του’’ και να επαναλαμβάνει ‘‘κλαψιάρικα’’ το ίδιο παράπονο και στις επόμενες δύο και περισσότερες χιλιετίες, είναι πρόβλημά του». Ο ίδιος, για να μην ξεχνιόμαστε, έθεσε και ζήτημα σλαβομακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, λέγοντας ότι «δεν υπάρχει δύναμη που θα παρεμποδίσει αυτούς τους ‘‘Μακεδόνες’’ να κερδίσουν στον έννομο αγώνα που διεξάγουν για τα νόμιμα δικαιώματά τους».(Καθημερινή 23-10-2007). «Διαλλακτική» ενέργεια, κ. Αλαβάνο, ήταν επίσης η πρόσφατη επίσημη επίσκεψη της σκοπιανής αντιπροσωπείας στα κατεχόμενα στην Κύπρο, που υποσχέθηκε την εγκαθίδρυση διπλωματικών και εμπορικών γραφείων και τη σύναψη απ’ ευθείας σχέσεων με το ψευδοκράτος.

...και τα όργανά τους

Εν τω μεταξύ το «Ουράνιο Τόξο» το αυτοαποκαλούμενο κόμμα της «μακεδονικής μειονότητας», δηλ. το όργανο του σκοπιανού αλυτρωτισμού, που υποστηρίζεται παντοιοτρόπως από ξένους (π.χ. Σόρος) και εγχώριους «προοδευτικούς» (O.A.K.K.E, ENANTIA, Πράσινοι Οικολόγοι, Παρατηρητήριο Ελσίνκι, «Ιός» της Ελευθεροτυπίας, κ.λ.π.). και ιδρύθηκε το 1994, παίρνοντας ελάχιστους ψήφους στις ευρωεκλογές 1999 και 2004, με επιστολή του προς το Νίμιτς στις 5-11-2007 αναφέρει ότι «η ελληνική πολιτική την τελευταία δεκαετία λειτούργησε αποσταθεροποιητικά για τα Βαλκάνια, ενώ στάθηκε εμπόδιο στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και στην ένταξή της σε διεθνείς θεσμούς». Καλεί τη διεθνή κοινότητα να «στείλει ξεκάθαρο μήνυμα σε σχέση με τις αρνητικές θέσεις της Ελλάδας», δηλ. «η διεθνής κοινότητα δε θα διαπράξει το λάθος να υποστηρίξει τον επιθετικό ελληνικό εθνικισμό». Και ιδού πώς: «όταν η διεθνής κοινότητα διαπίστωσε ότι υπήρχε παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Βοσνία και στο Κόσοβο, αποφασιστικά ανέλαβε στρατιωτική δράση, με τη συναίνεση του ΟΗΕ» (Καθημερινή 8-11-2007). Μόνοι τους αποκαλύπτονται. Οι «διαλλακτικοί» γείτονες, στο επόμενο βήμα του σχεδίου τους, σκοπεύουν να καλέσουν τους «διαλλακτικούς μεσολαβητές» να στείλουν στρατεύματα κατοχής του ΝΑΤΟ στην ελληνική Μακεδονία!!
Οι ηγεσίες μας

Δυστυχώς, και πάλι οι ηγεσίες της χώρας μας λειτουργούν αντίθετα με τα ελληνικά συμφέροντα. Δεν τους αρκεί ότι με την ενδοτική πολιτική τους η Τουρκία διεκδικεί το μισό Αιγαίο και κατοχυρώνει σταδιακά τη κατοχή της στην Κύπρο; Η αναγνώριση των Σκοπίων με σύνθετη ονομασία θα σηματοδοτήσει νέες εδαφικές και διαμελιστικές απειλές από τους εκάστοτε προστάτες των Σκοπίων, ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Δεν τηρούν ούτε τα διαπραγματευτικά προσχήματα. Η Υπ. Εξ. κ. Ντόρα έσπευσε ν’ ανακοινώσει τη σύνθετη ονομασία, παραβιάζοντας κάθε διαπραγματευτική πρακτική, και ο πατέρας της να την καλύψει, ισχυριζόμενος ούτε λίγο ούτε πολύ ότι το Συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών του 1992 ήταν υπέρ της σύνθετης ονομασίας! Μετά τις δηλώσεις του Μπερνς περί του αδιανόητου ν’ ασκήσουμε βέτο, βγήκε ο ίδιος ο Μητσοτάκης να παραστήσει τον αντιαμερικανό!

Ο κ. Νίμιτς

Ο αμερικανός μεσολαβητής, υποτίθεται, του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς λειτουργεί ουσιαστικά ως εντολοδόχος των ΗΠΑ και οι ως τώρα προτάσεις του ήταν όλες υπέρ των Σκοπίων. Θυμίζουμε ότι το 2004 πρότεινε ουσιαστικά τη διπλή ονομασία, δηλ. ως νομικά ισότιμα για διεθνή χρήση δύο ονόματα: «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και «Ρεπούμπλικα Μακεντονίγια-Σκόπια», ενώ υποχρέωνε την Ελλάδα να προσθέσει στη Μακεδονία της επιθετικό προσδιορισμό (π.χ. «ελληνική επαρχία της Μακεδονίας»).

Η σημασία της χώρας μας

Η Ελλάδα είναι ο μόνος παράγοντας σταθερότητας και επιβίωσης των Σκοπίων, γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία για τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. να συναινέσουμε στα σχέδιά τους, ώστε να επωμισθούμε πλήρως το κόστος, εισπράττοντας τον αλυτρωτισμό τους. Οι Αλβανοί, κυρίως του Κοσόβου, και η Βουλγαρία είναι στοιχεία αποσταθεροποιητικά αυτού του τεχνητού μορφώματος. Το ιδεολόγημα του μακεδονισμού, που προώθησε ο Τίτο στην ενιαία Γιουγκοσλαβία, σήμερα είναι πλέον επισφαλές στοιχείο συνοχής του πληθυσμού των Σκοπίων, όταν μάλιστα οι σημερινοί προστάτες του θα έχουν μεγαλύτερα συμφέροντα στο Κόσοβο ή αλλού στη γειτονιά μας, φορτώνοντάς τους σε μας. Έχουμε ισχυρή θέση, αλλά δυστυχώς ενδοτικές ηγεσίες.

Μια ελληνική κυβέρνηση …

… φυσικά δε θα είχε Υπ. Εξ. σαν την κ. Ντόρα, που η παρουσία της εκπέμπει τον ενδοτισμό και τη ξενοδουλεία. Θα έπρεπε, διερμηνεύοντας τα αισθήματα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, που απορρίπτει τη σύνθετη ονομασία, επειδή αντιλαμβάνεται τι θα επακολουθήσει, τουλάχιστον:
§Να αποδεσμευθεί από την Ενδιάμεση Συμφωνία, που έχουν παραβιάσει πολλαπλά οι Σκοπιανοί .
§Να καταστήσει σαφές ότι δεν αναγνωρίζει ούτε πρόκειται ν’ αναγνωρίσει κράτος με το όνομα Μακεδονία ή παράγωγό του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
§Να απαιτήσει την αντικατάσταση του Νίμιτς ως μεσολαβητή.
§Να κλιμακώσει τις διπλωματικές, πολιτικές και οικονομικές κινήσεις, έτσι ώστε να δείξει προς κάθε κατεύθυνση ότι η Ελλάδα θεωρεί ζωτικό για τα εθνικά της συμφέροντα το Μακεδονικό ζήτημα και ότι θ’ ακολουθήσει σταθερή και αταλάντευτη πολιτική.
Μια ελληνική κυβέρνηση ...

Ας μας επιτραπούν οι παρακάτω γραμμές και θα εξηγήσουμε γιατί.
Όταν το 1982 ο τότε πρωθυπουργός «διεπίστωνε» εν μια νυκτί ότι «το κόστος της αποχώρησης είναι μεγαλύτερο από το κόστος της παραμονής» και σχεδόν όλοι έσπευσαν (με το αζημίωτο) να συμφωνήσουν, κάποιοι θεωρήσαμε ότι τούτο αποτελεί την αρχή της πλήρους μετάλλαξης του ΠΑΣΟΚ (με μοιραίο το σημερινό κατάντημά του), αρνηθήκαμε τη συμμετοχή σε μια τέτοια εξουσία, διαχωρίσαμε τη θέση μας και το 1984 ιδρύσαμε το ΑΣΚΕ.
Ο πολύς κόσμος βολεύτηκε με τις διάφορες χρηματοδοτήσεις και (έκανε πως) δεν έβλεπε ότι στόχο δεν είχαν την εισοδηματική του ενίσχυση, αλλά το ξεθεμελίωμα της ελληνικής παραγωγής. Οι «ημέτεροι» κατέλαβαν με έφοδο τη δημόσια διοίκηση, λεηλάτησαν τα δημόσια οικονομικά, υπερχρέωσαν τη χώρα και (έκαναν πως) δεν καταλάβαιναν ότι αυτή η πολιτική έχει ημερομηνία λήξης. Όσοι κατείχαν ή διεκδικούσαν κυβερνητικούς θώκους «μπήκαν στο νόημα» και έσπευσαν να προσκολληθούν σε μεγαλοεπιχειρηματίες, ΜΜΕ και πρεσβείες. Έτσι λειτούργησε η φυσική επιλογή: όποιος είχε διατηρήσει κάποιο πατριωτισμό, κάποια κοινωνική ευαισθησία, κάποια προσωπική εντιμότητα και αξιοπρέπεια βγήκε στο περιθώριο. Προωθήθηκαν άλλοι, ανάλογα με το βαθμό εθελοδουλίας τους.
Στα 28 χρόνια από τότε, με την οργιώδη πλύση εγκεφάλου, κυριάρχησε η άποψη του μονόδρομου της συμμετοχής στην ΕΟΚ/Ε.Ε. Στα μεγάλα ΜΜΕ επιτρεπόταν να ακουστεί ο,τιδήποτε, εκτός από το κυριότερο: την αμφισβήτηση αυτής της συμμετοχής. Έτσι το ΑΣΚΕ δεν μπόρεσε να εξηγήσει ευρέως ότι, ιδίως μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, οι λόγοι της αποχώρησης έγιναν περισσότεροι και ισχυρότεροι.
Τα πράγματα επιδεινώθηκαν με την ένταξή μας στην ΟΝΕ, την οποία επεδίωξαν οι Γερμανοί τραπεζίτες και επιχειρηματίες, για να μας εκμεταλλεύονται αγριότερα, και όχι ο ελληνικός λαός, ο οποίος ουδέποτε μέχρι σήμερα ούτε ενημερώθηκε ούτε ρωτήθηκε για ο,τιδήποτε σχετικό με την Ε.Ε. Τα στοιχεία, λοιπόν, δεν τα «μαγείρεψαν» τότε οι «απατεώνες Έλληνες», αλλά οι Γερμανοί με τον υποτελή τους κ. Σημίτη. Όταν άλλοι θριαμβολογούσαν για το σκληρό νόμισμα και την «ισχυρή οικονομία» και κάποιοι, στην καλύτερη περίπτωση, σιωπούσαν ή ασκούσαν επιδερμική κριτική, το ΑΣΚΕ προειδοποίησε με ανακοίνωσή του στις 28/12/2001: «Η κατάργηση του εθνικού νομίσματος και η καθιέρωση του ευρώ αφαιρεί και τυπικά το δικαίωμα της χώρας μας να έχει εθνική οικονομία προς όφελος του ελληνικού λαού. Θα αποφασίζει η ΕΚΤ και το διευθυντήριο της Κοινότητας. Οι συνέπειες θα γίνουν σύντομα ορατές: συρρίκνωση της εναπομείνασας ελληνικής παραγωγής, αύξηση τιμών, ελλειμμάτων, δημόσιου χρέους, δανεισμού, φορολογίας και ανεργίας καθώς και μείωση πραγματικών μισθών και κοινωνικών δαπανών. Η διαφαινόμενη πλέον, λόγω ΟΝΕ, δυσκολία πληρωμής των υποχρεώσεων του δημοσίου μας φέρνει πιο κοντά στην τύχη της Αργεντινής.»
Υπενθυμίζουμε όλα τα παραπάνω όχι για να ευλογήσουμε τα γένια μας, άλλωστε το κόμμα μας ποτέ δεν το είδαμε ως αυτοσκοπό ούτε ως φορέα ικανοποίησης προσωπικών φιλοδοξιών και δε θ’ αλλάξουμε στάση ζωής τώρα, που έφεραν την πατρίδα μας στο χείλος της καταστροφής. Τα υπενθυμίζουμε, για να πείσουμε, έστω την υστάτη ώρα, ότι η ανοχή, οι αυταπάτες και τα μισόλογα πρέπει να τελειώνουν, ότι η συνταγή που μας υπαγορεύουν οι εκμεταλλευτές μας (οι «εταίροι», κατά κάποιους) είναι μόνο για να συνεχιστεί αγριότερη η εκμετάλλευσή μας (με τη μορφή της εξόφλησης τόκων), ότι σε μας θα παραμείνει μόνιμη η κρίση με τη φτώχεια και την ανεργία. Θέλουν οι δυτικοί μας «σύμμαχοι» την Ελλάδα μικρή, αδύναμη, υποταγμένη, συνεχώς χρεωμένη (γι’ αυτό δε θέλουν να τους ξοφλήσουμε ποτέ), συνεχώς συρρικνούμενη και απειλούμενη, ώστε «… να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, στην Αν. Μεσόγειο, στη Μ. Ανατολή…» (Χ. Κίσινγκερ).
Η εθνική μας κυριαρχία αμφισβητείται προ πολλού κι όχι μόνο τώρα, που το ανακάλυψε ο Γ. Παπανδρέου. Μια χώρα που δεν παράγει δεν μπορεί να λύσει κανένα της πρόβλημα. Όσα μας υποσχέθηκαν για την ΕΟΚ/Ε.Ε. αποδείχθηκαν χοντρά και επικίνδυνα ψέματα (ισχυρή οικονομία, υποστήριξη στα εθνικά, καταπολέμηση της διαφθοράς, κατοχύρωση δημοκρατίας, προάσπιση πολιτισμού, φιλία των λαών κ.λπ.). Με τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε. έχουμε απομονωθεί απ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο, όπως επίσης και μέσα στην ίδια την Ε.Ε., γι’ αυτό δεν μπορούμε ν’ ασκήσουμε πολυδιάστατη πολιτική, που είναι προς το συμφέρον μας. Η αποχώρηση από την Ε.Ε. είναι η πρώτη αναγκαία κίνηση, για ν’ αντιστρέψουμε την πορεία των πραγμάτων. Χωρίς αυτήν όλα τ’ άλλα δεν έχουν νόημα. Τότε μπορούμε ν’ αξιοποιήσουμε τις άφθονες πλουτοπαραγωγικές μας πηγές και το σπουδαίο ανθρώπινο δυναμικό μας, ν’ αναπτυχθούμε και να κατακτήσουμε μιαν αξιοζήλευτη θέση στον κόσμο, αφού πλέον θα μπορούμε να σπάσουμε τη σημερινή απομόνωση και ν’ αναπτύξουμε σχέσεις με όλες τις χώρες του κόσμου, με βάση το αμοιβαίο όφελος.
Μέχρι τότε οι δανειστές-τοκογλύφοι μπορούν να περιμένουν, για να ξαναγίνει ο λογαριασμός ολόκληρος (όχι σαν το λογαριασμό του καραγκιόζη) και να δούμε ποιος χρωστάει σε ποιον. Για τις γερμανικές επανορθώσεις να πούμε στη συμπεριφερόμενη ως νεοναζί (πρώην κομμουνίστρια) κυρία ότι ο λογαριασμός είναι ήδη έτοιμος: 54 δισεκατομμύρια ευρώ + οι αποζημιώσεις για τα θύματα του ναζισμού.
Τελευταίο: μήπως εμείς οι Έλληνες, πολίτες και κράτος, πρέπει να τους μιλήσουμε στη μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν, μποϋκοτάροντας τουλάχιστον τα γερμανικά προϊόντα, από τα γαλακτοκομικά μέχρι τα αυτοκίνητα και τα τανκς;

Νίκος Καργόπουλος
Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Αγωνιστικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΑΣΚΕ)

Η παγκόσμια οικονομική κρίση συνεχίζεται και ανακυκλώνεται από τους ίδιους τους δημιουργούς της, με στόχο την όλο και αγριότερη εκμετάλλευση των λαών. Η Ελλάδα έχει την ατυχία να βιώνει την κρίση με μια κυβέρνηση που απροκάλυπτα εξυπηρετεί τα αμερικανικά, κυρίως, συμφέροντα (και κάποια ειδικότερα, όπως της Γκόλντμαν Σακς) και τα ευρωπαϊκά, κατά δεύτερο λόγο.
Για να αντιμετωπίσουμε την κρίση, πρέπει να εκδιώξουμε τη σημερινή κατοχική κυβέρνηση, να την αντικαταστήσουμε με άλλη, που να εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα, η οποία, κατά τη γνώμη του ΑΣΚΕ, θα πρέπει να κινηθεί στο παρακάτω πλαίσιο.
Α) Το ΑΕΠ της Ελλάδας είναι 230 έως 240 δισ. Αν από αυτά αφαιρεθεί ο ετήσιος δανεισμός (50 έως 70 δισ.), βγαίνει ότι ο πλούτος που παράγεται στη χώρα μας φθάνει καθαρά τα 170 έως 190 δισ. το χρόνο. Αυτός, όμως, ανισοκατανέμεται και υπερβολικά μεγάλο μέρος του διαρρέει στο εξωτερικό για εισαγωγές και τοκοχρεολύσια. Τα σημερινά τεράστια χρέη και τα ελλείμματα είναι τα σωρευτικά αποτελέσματα μιας αντιπαραγωγικής δομής, που επιβλήθηκε από την άρχουσα τάξη, με την επιλογή της για την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ-Ε.Ε.-ΟΝΕ. (βλ. έκδοση ΑΣΚΕ-4). Γι’ αυτό μια πραγματικά ελληνική κυβέρνηση (αριστερή ή δεξιά) οφείλει να προκηρύξει άμεσα δημοψήφισμα για την αποχώρηση της χώρας από την Ε.Ε.
Β) Με την αποχώρηση από την Ε.Ε. και την επαναφορά της δραχμής, οφείλουμε να εθνικοποιήσουμε ένα μέρος του τραπεζικού συστήματος και να απαγορεύσουμε την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων. Έτσι ξαναπαίρνουμε στα χέρια μας τη νομισματική μας πολιτική, ώστε να μπορούμε να προωθούμε τις εξαγωγές μας, να μοιράζουμε τα βάρη των οικονομικών δυσκολιών σε όλους κι όχι μόνο στους εργαζόμενους και συνταξιούχους και να μην επιτρέπουμε σε κερδοσκόπους ή άλλους να υπονομεύουν την προσπάθεια της ανάπτυξης.
Γ) Με το μνημόνιο η χώρα μας θα φτάσει να πληρώνει για τους τόκους των δανείων περίπου τόσα όσα είναι οι μισθοί και οι συντάξεις του δημοσίου, που, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2011, είναι 22 δισ. Συνεπώς, λόγω του μνημονίου δε θα μπορεί το κράτος να πληρώνει μισθούς και συντάξεις, αφού η αφαίμαξη των πόρων της χώρας είναι συνεχής και αυξανόμενη. Το αδιέξοδο είναι ολοφάνερο. Γι’ αυτό πρέπει να καταργήσουμε αμέσως το μνημόνιο με απλό νόμο, όπως αυτός με τον οποίο μας επιβλήθηκε (άλλωστε τα χρήματα τα έχουν πάρει ήδη πίσω, δηλ. απλώς θα απαλλαγούμε από τους επαχθείς όρους). Ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας και άλλοι επιστημονικοί φορείς έχουν καταγγείλει το μνημόνιο ως αντισυνταγματικό κι έχουν προσφύγει στα δικαστήρια για την κατάργησή του, τα οποία, αν δεν είναι όργανά τους, θα μας απελευθερώσουν από το μνημόνιο αυτόματα και νομότυπα.
Δ) Η αντιπαραγωγική νοοτροπία του κράτους, δηλ. να καταναλώνεις περισσότερα απ’ όσα παράγεις και να δανείζεσαι για να αγοράσεις, έχει περάσει και σε πολλές οικογένειες και είναι φαινόμενο παρακμής. Πολλοί έχουν δανειστεί για να αγοράσουν πολυτελές αυτοκίνητο ή για να πάνε διακοπές ή για άλλες αγορές, που δεν ήσαν απαραίτητες. Δε σκέφθηκαν ότι, αφού δεν είχαν δικά τους χρήματα γι’ αυτές τις αγορές και με δεδομένο ότι γενικά το οικογενειακό εισόδημα θα μειώνεται συνεχώς και δε θα αυξάνεται, δε θα έβρισκαν χρήματα ούτε για να ξεπληρώσουν τα δάνεια. Η απερισκεψία κάνει τον άνθρωπο να ζητάει χρήματα που δεν είναι προϊόν εργασίας. Με την οργιώδη διαφήμιση τους έκαναν να πιστεύουν ότι τους χαρίζουν λεφτά, στην αρχή με τα τυχερά παιχνίδια (λαχεία, προπό κ.λπ.), μετά με το χρηματιστήριο, τώρα με τα δάνεια από τις τράπεζες. Αυτοί οι άνθρωποι δε βλάπτουν μόνο τις οικογένειές τους, αλλά και το κοινωνικό σύνολο, γιατί δεν κινητοποιούνται (απεργίες κ.λπ.) και γενικά λειτουργούν υπό καθεστώς φόβου. Αν θέλουμε να πάμε μπροστά, αυτή η υπερκαταναλωτική νοοτροπία πρέπει να εκλείψει.
Ε) Η Ελλάδα θα πρέπει επιτέλους να επανασυστήσει και να αναπτύξει το παραγωγικό δυναμικό της. Να προωθήσει τον αγροτικό τομέα, που πριν από την ένταξη στην ΕΟΚ-Ε.Ε. ήταν πλεονασματικός, να προωθήσει εφαρμογές υψηλής τεχνολογίας με το υψηλής στάθμης επιστημονικό δυναμικό που διαθέτει, να ενισχύσει και να προστατεύσει κάθε εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να γίνει (αν χρειάζεται) με την επιβολή δασμών στα ξένα προϊόντα που ανταγωνίζονται τα ελληνικά, με επιδότηση της παραγωγής και των εξαγωγών, με εξασφάλιση αγορών στο εξωτερικό με διμερείς εμπορικές (και όχι μόνο) συμφωνίες με άλλες χώρες με βάση το αμοιβαίο όφελος κ.λπ.
ΣΤ) Η Ελλάδα πρέπει να επαναδιαπραγματευθεί το χρέος της στην πραγματική του αξία. Η Αργεντινή το 2002 «κούρεψε» το 65% του χρέους και πλήρωσε μόνο το 35% των όσων απαιτούσαν οι δανειστές. Το 65% του χρέους της «κούρεψε» το 2004 και η Ουρουγουάη. Το 2008 ο Ισημερινός κήρυξε άνομο το χρέος προς τους δανειστές, οι οποίοι αντέδρασαν με κόψιμο περαιτέρω δανείων, αλλά η χώρα απευθύνθηκε στην Κίνα, από την οποία πήρε όσο δάνειο χρειαζόταν με πολύ ευνοϊκότερους όρους. Η χώρα μας στο εξής πρέπει να δανείζεται μόνο για παραγωγικές επενδύσεις, κατά προτίμηση με εσωτερικό δανεισμό από την Ελλάδα και την ομογένεια. Οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες φθάνουν τα 380 δισ. (στοιχεία Μαΐου 2010), ποσό που υπερβαίνει το δημόσιο χρέος και το οποίο εκμεταλλεύονται ασύδοτα και προς ίδιον όφελος οι τράπεζες (τρομακτικά bonus και φυγάδευση κεφαλαίων στο εξωτερικό), αντί να διατίθενται στην ορθολογική ανάπτυξη υπέρ της κοινωνίας. Αν χρειασθεί εξωτερικό δανεισμό η Ελλάδα, μπορεί να συνάπτει μόνο διακρατικές συμφωνίες (π.χ. η Κίνα έχει δανείσει τη Σερβία και τη Μολδαβία με επιτόκιο 3%, έναντι κατασκευής έργων από κινέζικες εταιρείες, με χρόνο αποπληρωμής 15 χρόνια).
Ζ) Να απαιτήσουμε την καταβολή του κατοχικού δανείου και των πολεμικών επανορθώσεων από τη Γερμανία. Αν η κ. Μέρκελ και οι διάδοχοί της αρνηθούν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, τότε να διαγράψουμε ισόποσες υποχρεώσεις δικές μας προς τις γερμανικές τράπεζες. Αν χοντρύνουν το παιχνίδι (τουριστικές οδηγίες κ.λπ.), να ξέρουν ότι θα προχωρήσουμε σε μποϊκοτάζ των γερμανικών προϊόντων, που έχουν κατακλύσει την ελληνική αγορά. Αυτοί θα χάσουν πολύ περισσότερα.
Η) Να προωθήσουμε την παιδεία, τον πολιτισμό, την έρευνα και την τεχνολογία. Η επένδυση στον άνθρωπο είναι η πιο παραγωγική επένδυση μιας χώρας. Την επένδυση δεν τη θεωρούμε με τη στενή έννοια του καπιταλιστικού κόσμου, που θέλει τους εργαζομένους να είναι εξειδικευμένοι σε ένα μόνο αντικείμενο, με μοναδικό σκοπό την κερδοφορία του εργοδότη και αποκλεισμένοι από κάθε άλλο μορφωτικό και πολιτιστικό στοιχείο (ώστε να είναι και πλήρως ελεγχόμενοι). Η Ελλάδα χρειάζεται πολίτες με συλλογική νοοτροπία, κοινωνικές ευαισθησίες, εθνική συνείδηση, ευρεία μόρφωση, συνεχιστές της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και με πανανθρώπινες αξίες, ανοιχτούς στους άλλους λαούς, ιδίως τους γειτονικούς, και τους πολιτισμούς τους.
Πολύ λόγος ακούγεται πάντοτε στις εκλογές για τη χαμένη ψήφο, την ψήφο δηλ. που δίνεται σε μικρά κόμματα που έχουν μικρή ή και μηδαμινή πιθανότητα εισόδου στη Βουλή, ακόμη και σε μικρά κοινοβουλευτικά κόμματα που δεν έχουν πιθανότητα να σχηματίσουν κυβέρνηση. Και είναι φανερό ποιοι ωφελούνται και επομένως προπαγανδίζουν μια τέτοια αντίληψη. Το δικομματικό σύστημα, δηλ. το πολιτικό σύστημα με δύο εναλλασσόμενα κόμματα (που πολλές φορές αλλάζουν αρχηγούς και ονόματα, για να δίνουν την εντύπωση του καινούργιου...) στην εξουσία, ώστε το ένα να απορροφά την κοινωνική δυσαρέσκεια που προκαλεί η άσκηση εξουσίας του άλλου και έτσι να διαιωνίζεται το σύστημα, μόνο με τέτοιες προπαγανδίσεις μπορεί να στέκεται.
Το μεγάλο ερώτημα, βέβαια, είναι ποια ψήφος είναι πράγματι χαμένη και μάλιστα όχι μόνο χαμένη αλλά και καταστροφική. Ερώτημα, που σ' αυτές τις εκλογές άρχισε να ακούγεται · εντονότερα από κάθε άλλη φορά, μια που ελάχιστοι, ακόμη και απ' αυτούς που είναι αποφασισμένοι να ψηφίσουν ένα από τα δύο κυβερνητικά κόμματα, ελπίζουν ότι κάτι καλό μπορεί να προκύψει απ' αυτά.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι πολύ εύκολη πλέον.
Πρώτα πρώτα στις εκλογές δεν πάμε να ψηφίσουμε αυτούς που οι άλλοι (ξένοι, αεριτζήδες, μεταπράτες, εργολάβοι και προμηθευτές) με τα Μέσα Μη Ενημέρωσης μας στήνουν εμπρός μας. Πάμε για να ψηφίσουμε για το πώς θέλουμε να λειτουργεί και να εξελίσσεται η κοινωνία μας, για το πώς θέλουμε να ζούμε εμείς όλοι εδώ, ακόμη και σ' όλο τον κόσμο. Πάμε για να διαλαλήσουμε τις δικές μας σκέψεις, προτάσεις, ιδέες και οράματα. Πώς αλλιώς, άλλωστε, αυτά 9α εκφραστούν και πώς αλλιώς οι από άλλους επιλεγμένοι κα διορισμένοι (που δέχονται τις εκλογές μόνο για νομιμοποίηση της εκ των προτέρων επιλογής και διορισμού τους, όπως έντονα πλέον φάνηκε στην εκ των υστέρων «εκλογή» του Γιωργάκη στο τωρινό φιάσκο του Π.Α.Σ.Ο.Κ.) δε θα μπορούν πλέον να ισχυρίζονται ότι, ό,τι και να κάνουν, πάντα αυτούς θα ψηφίζουν οι «μάζες»;
Δεύτερον, πάμε να ψηφίσουμε για να επικροτήσουμε ή να απορρίψουμε αυτά που ήδη έγιναν και που αποτελούν πρόκριμα γι' αυτά που θα γίνουν. Και αν κάποιοι πιστεύουν ότι ήταν καλή η μέχρι τώρα διακυβέρνηση ή ότι οι άλλοι που φιλοδοξούν να τους αντικαταστήσουν θα είναι καλύτεροι ή ότι κάποιο μαγικό ραβδί θα τους κάνει τώρα καλύτερους, καλώς θα τους ψηφίσουν. Αν, όμως, δεν πιστεύουν σε κάτι τέτοιο, τότε γιατί θα τους στηρίξουν;
Και όποιος λίγο σκεφτεί, θα βρει και τρίτον και τέταρτον και εκατοστό λόγο που θα πρέπει συνειδητά να πηγαίναμε στις εκλογές και που κανένας δε θα δικαιολογούσε λογικά την ψήφο σ' αυτά τα κόμματα. Εκτός φυσικά αν εμφορείται κάποιος από ποδοσφαιρικά σύνδρομα ή κυριαρχεί σ' αυτόν η ψυχολογική ανασφάλεια και θέλει να είναι απλώς με τους πολλούς, που όμως πολύ γρήγορα θα γίνουν πολύ λίγοι, αν η ψήφος γίνει λογική και εκφράζει πραγματικά εμάς και όχι τους άλλους, που μας την επιβάλλουν.
Το δεύτερο, επίσης σημαντικό, ερώτημα είναι πώς θα μπορούσαμε να είναι δικαιωμένη μια ψήφος σε ένα μη κυβερνητικό κόμμα και ακόμη πιο συγκεκριμένα στο ίδιο το Α.Σ.Κ.Ε.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαίνεται κάπως πιο δύσκολη, στην πραγματικότητα όμως είναι ακόμη πιο εύκολη. Δικαιωμένη ψήφο έχει και γενικότερα δικαίωση αισθάνεται πολιτικά κάποιος, όταν πρώτα-πρώτα η ψήφος του και η πολιτική του στάση και δράση γενικότερα είναι
εκείνη που τον εκφράζει πραγματικά. Η μεγαλύτερη δικαίωση για ένα άνθρωπο είναι να τα έχει καλά με τον εαυτό του, να έχει εξασφαλίσει κατά το δυνατό τον αυτοσεβασμό του.
Έπειτα, ο κάθε ένας είναι, ή πρέπει να είναι, το 100% του εαυτού του και δε χρειάζεται να περιμένει να κάνουν πρώτα οι άλλοι το σωστό, αν κάτι το θεωρεί σωστό, και ύστερα να ακολουθήσει εκείνος, γιατί, αν σκέπτονται έτσι και οι άλλοι, πότε επιτέλους θα γίνει το σωστό; Μόνο αν αρχίσει να γίνεται το σωστό από κάπου, έστω και από έναν μόνο, υπάρχει ελπίδα αργά ή γρήγορα αυτό να επικρατήσει.
Αυτά θα έπρεπε να αρκούν. Ας προσθέσουμε όμως ακόμα κάτι, από τα πολλά που θα δικαίωναν την πραγματικά δική μας συνειδητή ψήφο και στάση. Είναι σίγουρο και κανείς σχεδόν δεν το αμφισβητεί, ότι μετά τις εκλογές, όποιος και αν πλειοψηφήσει στις 7 του Μάρτη, έρχεται καταιγίδα πολλαπλή, θα υπάρξει άραγε κανείς από αυτούς που στήριξαν τα κυβερνητικά ή ημικυβερνητικά κόμματα που να αισθάνεται δικαιωμένος; Ποιος μόνο θα έχει το δικαίωμα, το ηθικό σθένος και την αποτελεσματικότητα να επιτιμήσει για το παρόν και να συμβουλεύσει για το μέλλον; Και ποιος θα έχει, έστω και στο ελάχιστο, συμβάλει για μια καλύτερη κοινωνία, για ένα καλύτερο άνθρωπο; Και να μην ξεχνάμε ποτέ ότι «οι (λεγόμενες) ουτοπίες είναι τα προσχέδια της πραγματικότητας» πάντοτε!


ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ (Α.Σ.Κ.Ε.)